Η ανασκαφή στο μεγάλο ιερό της Αιγυπτίας θεάς, της Ίσιδας, το οποίο βρίσκεται νοτίως του Θεάτρου του αρχαιολογικού χώρου της αρχαίας Μεσσήνης, συνεχίστηκε και κατά το 2022 με χρηματοδότηση του Ιδρύματος Ιωάννου Φ. Κωστοπούλου. Η ανασκαφή είχε ως στόχο την σε βάθος έρευνα των αιθουσών, ποικίλου μεγέθους, της νότιας πλευράς του οικοδομικού συγκροτήματος, οι οποίες είναι προσαρτημένες σε υπόγεια στοά, την cryptoporticus σε σχήμα ενός τεράστιου Π που καλύπτει έκταση 1.600 μ2 περίπου.

Η λατρεία της Ίσιδας και το ιερό στην αρχαία Μεσσήνη

Ο ψυχρός ορθολογισμός είχε αρχίσει από τα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου να υπονομεύει την ολυμπιακή θρησκεία που είχε πάψει να θερμαίνει τις καρδιές των ανυπεράσπιστων θνητών. Κατά την μεταλεξάνδρεια εποχή δεν λειτουργούσαν πλέον τα όρια των πόλεων κρατών, είχε δημιουργηθεί μια ανοικτή κοσμοπολίτικη κοινωνία οικουμενικών διαστάσεων. Μέσα στα σύνορα του απέραντου βασιλείου είχαν ενωθεί πολλοί λαοί της Ανατολής με ποικίλες θρησκευτικές δοξασίες που ασκούσαν ισχυρή επιρροή, ενώ νέες παρήγορες θεότητες, όπως η Ίσιδα, είχαν εγκατασταθεί στην ελλαδική χερσόνησο ήδη από τον 4ο αι. π.Χ. Η λατρεία της μεγάλης θεάς της Αιγύπτου, αδελφής και συζύγου του Όσιρη και μητέρας του Ώρου, είχε υιοθετηθεί και μεταφερθεί σταδιακά στην Ελλάδα από δραστήριους και υποψιασμένους εμπόρους και ναυτικούς της Εύβοιας αλλά και της Μεσσηνίας, οι οποίοι είχαν συναλλαγές με την Αλεξάνδρεια των Πτολεμαίων ως τα χρόνια της βασίλισσας Κλεοπάτρας συμμάχου των Μεσσηνίων στη μάχη του Ακτίου το 31 π.Χ., αλλά και σε όλη τη διάρκεια της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Κυρίαρχη αρχή των Καβείριων Μυστηρίων της Θήβας και κυρίως της Σαμοθράκης ήταν η αρχέγονη «γέννηση του ανθρώπου», του Αδάμα, ενώ των Διονυσιακών μυστηρίων ήταν η «αναγέννηση του ανθρώπου» μετά από έναν συμβολικό, πλασματικό θάνατο, όπου η «θεία μετάληψη» της σάρκας και του αίματος του Διόνυσου Ζαγρέα, έπαιζε ρόλο σημαντικό. Βασική διδασκαλία στη λατρεία και τα μυστήρια του Όσιρη και της Ίσιδας ήταν η πίστη στο θάνατο, την ανάσταση και τον απόλυτο έλεγχο της μοίρας και της ψυχής των ανθρώπων. Στην αιγυπτιακή παράδοση, τη σχετική με τη λατρεία της Ίσιδος, η ψυχή του νεκρού εικονίζεται να θηλάζει από το μαστό της θεάς, είναι ο «θηλασμός από την αιώνια πηγή του ανθηρού γάλακτος». Οι υποψήφιοι μύστες των μυστηρίων της Ίσιδας και του Όσιρη, μετά τη βάπτισή τους στα νερά του Νείλου (τον Νείλο συμβόλιζαν τα νερά όλων των ιερών της Ίσιδας) οδηγούνταν σε σκοτεινές δαιδαλώδεις υπόγειες αίθουσες που συμβόλιζαν τα δώματα του Άδη, όπως οι τεράστιες υπόγειες σκοτεινές αίθουσες που έρχονται σταδιακά στο φως με τις ανασκαφές μας στο κολοσσιαίο ιερό τέμενος της Ίσιδος στην αρχαία Μεσσήνη. Σε συνέχεια οι υποψήφιοι μύστες με οδηγό τον ιερέα έφταναν σε ένα φωτεινό δωμάτιο που συμβόλιζε την «κατοικία των ευδαιμόνων». Ο ιερέας ψέλλιζε τότε τα παρακάτω λόγια:

«Ιδού βρίσκεστε στο υποχθόνιο κατώφλι της Περσεφόνης, για να εννοήσετε την μέλλουσα ζωή και την παρούσα κατάστασή σας έπρεπε να διέλθετε από το κράτος του θανάτου. Πρέπει να μάθετε να αψηφάτε τα σκότη για να χαρείτε το φως».

Είναι γνωστή η ταύτιση της Ίσιδας με θεότητες του Ελληνικού Πανθέου όπως η Δήμητρα και η Αφροδίτη, καθώς και του Όσιρη, του νικητή του θανάτου, με τον Διόνυσο. Ο Όσιρης αποτελούσε ενσάρκωση του ήρωα του Πολιτισμού και λειτουργούσε ως σύμβολο της Ανάστασης, για αυτό το λόγο ο ρόλος του στις μυστικές τελετουργίες ήταν μέγιστος δίπλα σε εκείνον της Ίσιδας.

Το μέγεθος, η ποιότητα και η πρωτοτυπία του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού του οικοδομικού συγκροτήματος του ιερού της Ίσιδας και του Σάραπη στην αρχαία Μεσσήνη, η πολυπλοκότητα και η ποικιλομορφία των χώρων, η καλλιτεχνική αξία των επί μέρους στοιχείων όπως των ψηφιδωτών και του περίτεχνου opus spicatum του μνημειακού αύλιου χώρου της νότιας εισόδου, δεν αφήνουν αμφιβολίες για τη μοναδικότητα του φιλόδοξου αυτού και υψηλού κόστους έργου, τη σημασία του για την μεσσηνιακή πρωτεύουσα, τις ισχυρές πολιτικά και οικονομικά οικογένειες των αριστοκρατών της γης αλλά και του συνόλου των κατοίκων που μετείχαν στους εορτασμούς, τις τελετουργίες, τις μυστικές τελετές και τα καθαρτήρια λουτρά, που προσφέρονταν στις υπόγειες στοές και στις αίθουσές του.

Πέτρος Θέμελης